Thursday, May 3, 2018

ARTHUR DANTO - Τέχνης απαντήματα

( Είναι προφανές ότι το αρχικό μου εγχείρημα, να οργώσω σειριακά και βουστροφηδόν, ολάκερη την Ιστορία της ανθρώπινης Τέχνης, ξεπερνούσε σε επικότητα και τα πλέον αισιόδοξα παραληρήματά μου. Ως εκ τούτου κι ο χαρακτήρας του ιστολογίου οφείλει να προσγειωθεί. Μεταστρέφεται αναγκαστικά στο γνωστό κολάζ πλίνθων και κέραμων, ατάκτως ερριμμένων. Σταχυολογήματα, λοιπόν, κι εντυπώσεις επιπόλαιες ή βαθεμένες, απ' όλα τα μήκη και τα πλάτη του χρόνου και της οικουμένης. )


Δεν πάει πολύς καιρός, έπεσε στα χέρια μου κι ετούτη η «αρχαία» συνέντευξη του Άρθουρ Ντάντο, σε κάποιο Χρόνη Πολυχρονίου, δημοσιευμένη στο αείμνηστο Έψιλον της Ελευθεροτυπίας. Είναι μερικές φορές, που το συναπάντημα με κάποιους ανθρώπους - έστω και σε συνεντεύξεις του ποδαριού - σ' αφήνει πλουσιότερο, με άλλα λόγια γεμάτο καρπούς και μέστωμα. Η συνέντευξη αυτή έρχεται να βλαστήσει σπόρους που προϋπήρχαν, αλλά παρέμεναν εν υπνώσει. Έρχεται να στερεώσει εντυπώσεις του αέρα και σημασίες σκόρπιες ή απαξιωμένες.

Για παράδειγμα, οι γενιές που γαλουχηθήκαμε μέσα σε τόνους κόμιξ και κινουμένων σχεδίων (συνήθως μέσα στη φτήνια και το σκουπιδαριό, άλλοτε όμως - κι όχι σπάνια - μέσα στην τεχνική αρτιότητα, το λυρισμό και το μεγαλείο της ανθρώπινης φαντασίας) φτάσαμε κάποτε να συγχέουμε τα όρια της Τέχνης, δίχως να 'χουμε στο παραμικρό διδαχτεί μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό και, φυσικά, πολύ νωρίτερα γίνει της μόδας να μιλάμε για ένατη και άλλες Τέχνες. Για κάποιο λόγο, που ξεπερνούσε το φόβο να μιλά, αντί της αισθητικής ωριμότητας, η ελλιπής καλλιέργεια κι η προχειρότητα (μη ξεχνάμε πως η γενιά μου μεγάλωσε στην Ελλαδα του σκυλάδικου και της βιντεοκασέτας), κάτι στα σωθικά μας - τουλάχιστον, όσων είχαμε την εύνοια μιας φυσική ροπής - αναγνώριζε, ή μάλλον υποψιαζόταν, σ' αυτή τη μαζική παραγωγή έναν κρυμμένο θησαυρό, που δε θα συναντούσες στο Λούβρο (ακόμα).

Δε βλέπαμε κανένα προφανή λόγο (ίσως κι από αφέλεια) γιατί το πορτρέτο ενός φαύλου κι αιμομίκτη μονάρχη, με πρόστυχη μύτη και λάγνα ματάκια, αποτελούσε υψηλή τέχνη και όχι καλλιτεχνικό αγγάρεμα για τα προς το ζην, ενώ η άρτια δουλεμένη καρικατούρα του Ουντερζό ήταν τέχνη για τα περίπτερα και την παραλία. Μάχονταν ακόμα μέσα μας οι αντιφάσεις των κληρονομημένων ορισμών από τη μία (υψηλή Τέχνη είναι μόνο η κλασική Τέχνη) κι από την άλλη η αναπόφευκτη σύγκριση με τη «λαϊκή» παραγωγή, που στις μεγάλες της στιγμές (Μανάρα, Μπιλάλ, Ζιρό, κ.ο.κ.) αποτελούσε κραυγαλέα, όσο και λαμπερή συνέχεια υψηλής καλλιτεχνικής παραγωγής. Είναι προφανές, πως αντιλαμβανόμασταν ετούτη τη συνουσία των πάντων με τα πάντα, όχι χάρη σε κάποια ιδιαίτερη αντιληπτική ικανότητα, παρά εξαιτίας της ίδιας της καλλιτεχνικής επανάστασης, η οποία δια της παγκοσμιοποίησης διέλυε τις μεμβράνες των παλιών κυττάρων, κατασκευάζοντας ένα καινούριο μεγα-κύτταρο, όπου τα πάντα ήταν τέχνη και συγχρόνως τίποτα.

Από τότε, φυσικά, κύλησαν χρόνοι πολλοί κι η αντίληψη των ατόμων προχώρησε, χέρι με χέρι, με την αντίληψη της κοινωνίας ολόκληρης. Η σύγχρονη θέαση διαχύθηκε πέρα από κάθε στεγανό και δεν ήξερες πια πού να τραβήξεις τη γραμμή. Δεν ήσουν σίγουρος αν σε συγκινούσαν αισθήματα στ' αλήθεια υψηλά ή φο-μπιζού κι αστραφτερά καθρεφτάκια. Τα σκόρπια διαβάσματα και ο καταιγισμός της τεχνολογίας, έφτιαξε στο μυαλό μας μια χαβούζα από ερεθίσματα, ένα χυλό, όπου έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τι είναι Τέχνη τι δεν είναι, έκρινε ο καθένας κατά τη γκλάβα του, δίχως γνώμωνα καθολικό ή μέτρο. Κάπου μέσα μας, ωστόσο, ο κλασικισμός δεν ήθελε να πεθάνει και κάποιες τελευταίες ενοχές παρασιτούσαν, εις βάρος της καθαρής ματιάς. Έλεγες πως ήταν μάλλον η προσωπική αδαημοσύνη, που 'φτιαχνε τούτη τη χοάνη των παράταιρων. Πίστευες πως κάπου υπήρχε φυλαγμένος κι εφτασφράγιστος κάποιος χρυσός κανόνας, να μετράς την Τέχνη σε πλάτος και ύψος, μα ήταν κτήμα μόνο των ειδικών και μυημένων.

Κι έρχεται εδώ ο Ντάντο, με τον ορισμό του, να δώσει τη χαριστική βολή και την οριστική ρήξη με το παρελθόν. Η Τέχνη - μάλλον η Τέχνη που κοινωνούμε σήμερα - δεν αλυσοδένεται σε ορισμούς, δεν φυλακίζεται σε οικουμενικές σκοποθεσίες. Στο σημείο αυτό, είναι τώρα φόβος να καταποντιστούμε άμοιροι, με τα στεγανά ξεσκισμένα στους ύφαλους της πλήρους αυθαιρεσίας. Όμως ο Ντάντο ούτ' επιθυμεί κανένα τέλος της Τέχνης, μα ούτε και το εννοεί. Μιλά απλά για το τέλος μιας συγκεκριμένης αντίληψης της Τέχνης. Κι ούτε στιγμή δεν αφήνει τη ματιά μας κενή και γεμάτη απελπισία, να παραπαίει στο σχετικισμό ή το μηδενισμό. Στη θέση της παλιάς θέασης, εγκαθιστά μια καινούργια: γενικότερη μα όχι λιγότερο αυστηρή, τίμια κι ακριβοδίκαιη δίχως να γίνεται τυρρανική.

«Προσπάθησα» λέει «να βρώ μερικά υποχρεωτικά κριτήρια για τον ορισμό της τέχνης. Βρήκα δύο. Ενα έργο τέχνης πρέπει να αντιπροσωπεύει κάτι, δηλαδή να έχει ένα νόημα, κι αυτό το νόημα πρέπει να το ενσωματώνει με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Είμαι σίγουρος πως δεν πρόκειται για έναν ολοκληρωμένο ορισμό, αλλά είναι καλύτερος από οποιονδήποτε φορμαλιστικό ορισμό».

Αν ψαχουλέψει κανείς στο διαδίκτυο, μπορεί να ανατρέξει σε όλες τις διασαφηνίσεις και τις εκλεπτύνσεις, αυτής της τόσο αδρής προσέγγισης κάτι που, ωστόσο, εδώ θα αποφύγω. Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα, ένιωσα ν' αντανακλώνται οι ίδιες μου οι σκέψεις. Σκέψεις όχι φυσικά ίδιας βαρύτητας, καθώς οι γνώσεις μου συγκροτούνται από ράκη και μπαλώματα, παρά βαθιά μελέτη και πολύχρονη τριβή με την Τέχνη. Κι ωστόσο, η εντύπωση αυτή, πως δηλαδή κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει ένα έργο, παρά με μοναδικό μέτρο το έργο καθαυτό - πρόταση που θεωρώ ισοδύναμη - βρίσκει πλέον ένα θεωρητικό της σύμμαχο, ένα σοβαρότερο έδαφος να πατήσει.

Από τις δύο απαιτήσεις του προηγούμενου ορισμού, η δεύτερη φαντάζει σαφώς ισχυρότερη. Ποιος ο λόγος να μιλήσουμε για νόημα, υπό την έννοια, δεν είναι η ύπαρξη ενός νοήματος, κατά κάποιο τρόπο, ευνόητη σε κάθε έργο Τέχνης; Οι άνθρωποι έχουν πάντα πρόθεση, ακόμα κι αν αραδιάζουν ένα σουρεαλιστικό συρφετό - τίποτα δεν είναι στ' αλήθεια τυχαίο και το ασυνείδητο έχει πλέξει το δαιδαλώδες του σχέδιο, ήδη από καιρό. Ακόμα κι ένας παραληρηματικός στην έξαρσή του, έχει έναν πολύ συγκεκριμένο παραλογισμό να εκφράσει. Δε στερείται, ωστόσο, αναγκαιότητας το προφανές. Ο Ντάντο χρειάζεται ένα μέτρο, ώστε να διυλίσει το έργο Τέχνης απ' τον τενεκέ της βιομηχανίας. Ο δεύτερος στερείται οποιουδήποτε νοήματος. Με μια κονσέρβα, κανείς δε θέλει να εκφράσει τίποτα, παρεκτός δηλαδή της επιθυμίας του να την πουλήσει. Μια κονσέρβα, βγαίνοντας απ' τους διαύλους παραγωγής δεν έχει άλλο χαρακτηριστικό από τη χρηστικότητα, δεν ενσωματώνει παρά το υλικό της περιεχόμενο και τίποτα περισσότερο.

Μια κονσέρβα, ωστόσο, σ' ένα επίπεδο πιο πάνω, δεν παύει στιγμή να 'χει την πλούσια σημειολογία της, απ' όπου πιάνεται και ξεκινά η Τέχνη. Εκφράζει, για παράδειγμα, έναν πολιτισμό με τις παραγωγικές και τις κοινωνικές του σχέσεις. Αποτυπώνει όχι απλά ένα συγκεκριμένο τύπο βίου, αλλά πολύ περισσότερο μια συγκεκριμένη θέαση του βίου. Ακόμα κι αυτή η αισθητική της, ξεπερνά τη μυωπία ενός απλού design, γίνεται υπόνοια  μαζικότητας και πινελιά του εφήμερου, γίνεται αίσθημα ευκολίας ή αντιθέτως ευτέλειας. Με μια Μαγκρίτ-εια λακωνικότητα θα τολμούσαμε να καταλήξουμε: μια κονσέρβα δεν είναι μια κονσέρβα.

Από την άλλη, τώρα, ο τρόπος που το έργο ενσωματώνει το νόημά του, είναι ίσως το βασικότερο εργαλείο κριτικής - χωρίς αυτό, φυσικά, να λύνει όλα τα προβλήματα - κι εκείνο που καθορίζει το ύψος ή το βάθος του, τον «αληθινό» του χαρακτήρα. Οι πρώτες ύλες, τα μέσα, οι διαστάσεις και το σχήμα, η θέση κι ο περιβάλλων χώρος, η χρονικότητα ή αχρονικότητά του, με άλλα λόγια ολόκληρη η υλική του υπόσταση, μαζί με τις αμέτρητες θεάσεις και προοπτικές, πώς σαρκώνεται το νόημα, λοιπόν, απ' όλ' αυτά; Είναι το έργο επιτυχές σε τεχνική αρτιότητα, είναι συνεπές με το στόχο του, είναι το νόημα σύμφωνο με τα μέσα; Τούτα τα ερωτήματα δεν είναι διόλου εύκολο ν' απαντηθούν, ακόμα κι αν το 'χεις για πλάκα φτιάξεις μια ντουζίνα από βαθυστόχαστες οδηγίες. Οι αμφισημίες και οι αντισημίες θα αναδύονται ακόμα και στην ευτελέστερη εφαρμογή: είναι για παράδειγμα εύστοχη μια αντιπολεμική ταινία, που χρησιμοποιεί ως μέσο της την άκρατη και ωμή βία; Στο σημείο ετούτο κι αν είναι φυσικά δυνατό, η θέση και η γνώμη του ίδιου του καλλιτέχνη μπορεί να σταθεί καθοριστική. Μα είναι, ωστόσο, συνθήκη ικανή, όχι απαραίτητα αναγκαία. Η γνώση αυτή θα εξυπηρετούσε τους στόχους μιας συγκεκριμένης κριτικής, μα τίποτα περισσσότερο. Το έργο μπορεί κάλλιστα να είναι επιτυχές, με τον καλλιτέχνη να έχει παρ' όλα αυτά αποτύχει στους σκοπούς του. Ενίοτε τα έργα Τέχνης ακολουθούν έναν ξέχωρο, δικό τους δρόμο.